Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αντίο συντρόφισσα Ροσάνα, της Τζένης Οικονομίδη

               


                                                                                                                της Τζένης Οικονομίδη

Έκανες όλον τον δρόμο προς τις Άλλες πολύ πριν από μας και, πράγμα αξιοζήλευτο, μας έδειξες τον τρόπο να τον κάνουμε χωρίς εσύ να τον ακολουθήσεις.

Ναι, είναι φορές που σου χαράζουν τον δρόμο άτομα που δεν τον παίρνουν αλλά, από την βαθειά τους σχέση με την πολιτική, τον βλέπουν. Στις μεγάλες γυναικείες διαδηλώσεις για το δικαίωμα στην άμβλωση η Ροσάνα Ροσάντα συμμετείχε από το πλάι, όπως λέει η ίδια, κρατώντας αγκαζέ τον σύντροφό της. «Κι έπειτα είχα υπογράψει φυσικά τις αυτοκαταγγελίες για εκτρώσεις, που όντας στείρα σαν καλάμι δεν με βασάνιζε ποτέ, ήμουν τώρα πια ένα άτομο, μια για πάντα. Ούτε με τις γυναίκες, ούτε με τους άντρες τους…».

Το 1980 εκδίδεται από τον Οδυσσέα το βιβλίο της Γυναίκες και Πολιτική, τίτλος δανεισμένος από τη ραδιοφωνική σειρά που ανέλαβε για την ιταλική ραδιοφωνία. Ο τίτλος του βιβλίου στα ιταλικά ήταν Le altre/ Οι άλλες- οι άλλες του φεμινισμού. Με ακραία ειλικρίνεια, με ενάργεια και με (αυτό)ειρωνεία μιλάει για εκείνα τα ταραγμένα και ενδιαφέροντα χρόνια. Η πυκνή και μεστή αφήγηση του Προλόγου αφήνει ένα κείμενο που μπορεί να διαβαστεί και σήμερα. Εμβληματικό βιβλίο σταθμός για τις γυναίκες της «διπλής στράτευσης», υπογραμμισμένο και με σημειώσεις στο πλάι έπαιρνε περίοπτη θέση στις βιβλιοθήκες μας.   

Κι όμως μετά από τόσα χρόνια κρατάω στη μνήμη μου το τέλος του Προλόγου με την αφήγηση από τον θάλαμο του νοσοκομείου όπου βρέθηκε μετά από γυναικολογικό χειρουργείο. Ίσως γιατί όπως λέει και η ίδια «Οι μαρτυρίες με ενδιέφεραν περισσότερο΄ τα κομματιασμένα γραφτά των γυναικών». Σ΄ έναν τέτοιο θάλαμο βρέθηκε και μια άλλη αγαπημένη κομμουνίστρια, η μεγάλη Κρίστα Βολφ. Το βιβλίο της Με σάρκα και οστά διπλοτυπώνεται στη μνήμη μου με το παρακάτω απόσπασμα της Ροσάντα:

« Η μακριά μέρα του νοσοκομείου, που αρχίζει την αυγή και δεν τελειώνει τη νύχτα επειδή μόνο προς το πρωί τα σώματα παύουν να παραπονούνται, με τύλιξε γαλήνια. Είχε τα πρόσωπά τους, τις κινήσεις τους, τις μακριές σκεπτόμενες παύσεις τους, χωρίς να διαβάζουν, χωρίς να μιλούν, διώχνοντας-πιστεύω- τα υποχρεωτικά πράγματα της ζωής. Επιπλέον την αξιοπρέπειά τους. Πέρα από τον ξεγδαρμένο διάδρομο μας έφταναν απ΄ τα παράθυρα οι εικόνες ενός ανδρικού τμήματος. Άρρωστος, ο αρσενικός είναι πολύ μηδαμινός’  φθαρμένη πυζάμα, μακριά γένια, ανία κακομαθημένη και φοβισμένη. Οι γυναίκες μου όχι, μόλις έβγαιναν απ΄ την αναισθησία χτενίζονταν,  η εγχειρισμένη κοιλιά τις κάνει να περπατάν γαλήνιες και στητές σα βασίλισσες, με ρόμπες φρεσκοσιδερωμένες και προετοιμασμένες για το γεγονός. Το πρωί μια από μας ξανατακτοποιούσε σχολαστικά τα λουλούδια, υπήρχε καιρός, πριν να ξανανέβει σιγά επάνω στο κρεβάτι, διπλώνοντας τα ρούχα, τακτοποιώντας πάλι τα σεντόνια, κοιτάζοντας πέρα απ΄ το μεγάλο παράθυρο. Δεν υπήρχε τηλέφωνο, το νοσοκομείο σε υπερασπίζει, όταν φτάνει η ώρα των επισκέψεων σχεδόν σε ενοχλεί. Ακόμα και τα βιβλία μου μού κατρακυλούσαν από το διάμεσο στήριγμα κι απ΄ τα χέρια, στα μακριά απογευματινά κενά και κάτω απ΄ τη λαμπούλα που είχαν κατακτήσει για μένα (αυτή δουλεύει με το μυαλό). Άντεξα, ήμουν σώα, μου δόθηκε άφεση, ήμουν άρρωστη, ήμουν μια γυναίκα, μπορούσα να μη βλέπω, να μη μιλώ, να μην ακούω. Ήταν μέρες σχεδόν ευτυχισμένες, όχι μοναχικές. Με περίμεναν άλλες τρεις απ΄ αυτές- μάλιστα όφειλα άλλες τρεις απ΄ αυτές στην επιστήμη και στο ίδρυμα. Όμως καθώς κανείς δεν είναι ίσος κι όμοιος με κανέναν, και εγώ ήμουν εγώ, όταν κατάλαβα πόσο καλά ήμουν με τις αγαπημένες μου γυναίκες, σηκώθηκα, ντύθηκα και με τις γάμπες αποφασιστικές, παρόλο που έτρεμαν λίγο, κατέβηκα τις σκάλες κι έψαξα ένα ταξί.»

   


η πολιτική σημασία των ιστοριών ζωής

Στο πλαίσιο του 20ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ, την Κυριακή 25 Ιουνίου
ευχαριστούμε τον γραφίστα Αυξέντη Αφουξενίδη για την ευγενική προσφορά.

(μετά το πέρας της συζήτησης, ελπίζουμε να μπορέσουμε να αναρτήσουμε εδώ, τις εισηγήσεις και όποιο άλλο υλικό συγκεντρώσουμε) 


ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (CDU/CSU) ΣΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ





- "Μπορεί να τα καταφέρει" η Α. Μέρκελ στο προσφυγικό;

-τι σημαίνει "ασφαλής χώρα προέλευσης" και γιατί είναι σημαντική η καταγραφή και ταυτοποίηση στα ελληνικά νησιά;

-ποιο είναι το ανώτατο όριο προσφύγων;

-γιατί εκδηλώνεται μια "απώλεια ελέγχου" στη γερμανική πολιτική;

-ποιο είναι το plan A2;
-γιατί η πολιτική της Μέρκελ είναι προοδευτικότερη από εκείνη των άλλων πλην αριστεράς κομμάτων;
-τι σημαίνει το σύνθημα "θα τα καταφέρουμε";



  











1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

                Σημαντικό ρόλο στην εξέταση των διάφορων πτυχών και διαστάσεων του προσφυγικού ζητήματος, των πολιτικών συνεπειών του και των κατευθύσεων που προτείνονται για την αντιμετώπισή του, αλλά για την γνώση των αντικειμενικών παραγόντων που επηρεάζουν τη λύση του και διαμορφώνονται μέσα από τους συσχετισμούς δυνάμεων, κατέχει η διασάφηση της πολιτικής που ακολουθείται αυτή τη στιγμή από την γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού CDU/CSU και SPD και ειδικότερα από την Καγκελάριο Angela Merkel.
                Βασικές προυποθέσεις της ανάλυσης του θέματος αυτού είναι η γνώση μερικών αριθμητικών και άλλων στοιχείων σχετικά με την διαχείριση των προσφυγικών ροών και των αιτήσεων ασύλου και στοιχειωδών πληροφοριών σχετικά με την δομή και τη λειτουργία του γερμανικού κράτους σε ομοσπονδιακό (Bund), κρατιδιακό (Land) και κοινοτικό (Kommune) επίπεδο, αλλά και η κατανόηση βασικών παραγόντων διαμόρφωσης της ακολουθούμενης πολιτικής, όπως για παράδειγμα του συσχετισμού δυνάμεων εντός του κυβερνώνοντος κόμματος CDU, του ζητήματος της διαδοχής της A. Merkel στην αρχηγία και του ρόλου άλλων κομμάτων και πολιτικών, είτε προερχόμενων από τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού (CSU, SPD), είτε ασκούντων εξωτερικές πιέσεις (AFD). Σε μια όσο το δυνατόν πιο κατατοπιστική θεώρηση του ζητήματος θα συνέβαλε τέλος και μια επισήμανση των ιδιαίτερων στοιχείων της πολιτικής της καγκελαρίου και του τρόπου που αυτά συνδέονται με την πολιτική της προσωπικότητα και επηρεάζουν το πολιτικό της στίγμα.

Τοποθέτηση του ΚΕ για το δημοψήφισμα της 5ης Ιουνίου 2015

Σε σχέση με το αυριανό δημοψήφισμα, ως μέλη του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης, πιστεύουμε ότι:

Πιθανόν να έγιναν τακτικά σφάλματα από την κυβέρνηση (π.χ. στην επιλογή του χρόνου). Ωστόσο, η σύγκρουση αυτή αργά ή γρήγορα θα προέκυπτε. Τώρα που προέκυψε, θεωρούμε αυτήν την κρίσιμη ώρα του διλήμματος προέχει να συνταχθούμε με το ΟΧΙ. Με ικανοποίηση διαπιστώνουμε ότι, μετά το πρώτο μούδιασμα, ο κόσμος εξοργίστηκε από την ωμή αποικιοκρατική παρέμβαση των νεοφιλελεύθερων ελίτ και πήρε στα χέρια του την καμπάνια τού ΟΧΙ, πέρα από κόμματα και μηχανισμούς. Έτσι εξηγείται ότι το ΟΧΙ παραμένει πρώτο παρά την τερατώδη προσπάθεια που καταβάλλουν θεοί και δαίμονες υπέρ του ΝΑΙ. Σε αυτό συντελεί και το ότι το ΝΑΙ δεν έχει κάποια αξιόπιστη ηγεσία, αφού ο Αντώνης Σαμαράς επέβαλε την παραμονή του στην ηγεσία της ΝΔ.

Το ΝΑΙ, παρόλο που μιλάει θετικά υπέρ της Ευρώπης, δεν δίνει κάποια ελπίδα και κάποια προοπτική στον κόσμο, αφού αποδέχεται εξαρχής τα σκληρά μνημόνια και μια ζωή αναξιοπρεπή.

Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη του Εργαστηρίου, εδώ και δέκα και πλέον χρόνια, μια από τις σταθερές του είναι οι «συναντήσεις με το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι».
Σήμερα, μία είναι η «συνάντηση» που καθορίζει όλες τις άλλες.
Κι αυτή είναι η συνάντηση με τις μάζες που λένε ΟΧΙ.

Χωρίς έχθρα ή μίσος προς όσους κάνουν άλλη επιλογή, την Κυριακή ψηφίζουμε ΟΧΙ ως κεντρική πολιτική επιλογή που εκφράζει μια λαϊκή βούληση ήθους και δημοκρατικής αντίρρησης απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μονόδρομο, αλλά και ως επιθυμία ελπίδας των μαζών για την ανάκτηση της αξιοπρέπειας και το δικαίωμά τους στη ζωή.

5 Ιουλίου 2015: ΟΧΙ, του Warren Montag/ μτφρ.: Γιώργος Φουρτούνης

5 Ιουλίου 2015: ΟΧΙ*                         
Έχει γίνει πια σαφές ότι το διακύβευμα της τρέχουσας σύγκρουσης ανάμεσα στην εκλεγμένη κυβέρνηση της Ελλάδας και τη λεγόμενη Τρόϊκα (την ΕΚΤ, την ΕΕ και το ΔΝΤ) εν τέλει δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτικό. Όπως είχε την εντιμότητα να παραδεχτεί ο F.A. Hayek , πάνω από 40 χρόνια πριν, αναφορικά με τη βίαιη ανατροπή της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης του Σαλβαντόρ Αλλιέντε στη Χιλή, η ορθολογική τάξη της αγοράς, η οποία είναι δυνατή μόνο εφόσον παραμένει απαλλαγμένη από κάθε ανθρώπινη παρέμβαση, κατά κανέναν τρόπο δεν συνεπάγεται ή προϋποθέτει τη δημοκρατική διακυβέρνηση της κοινωνίας ως όλου. Αντιθέτως, η δημοκρατία κατά τον εικοστό αιώνα, όπως ο ίδιος την έβλεπε, έδειχνε όλο και περισσότερο να επιτρέπει, εάν όχι ενεργητικά να ενθαρρύνει, προκλήσεις στην ορθολογικότητα της αγοράς. Θεωρούσε απολύτως προφανές ότι οι λαϊκές μάζες δεν είχαν ούτε τη γνώση, αλλά (ακόμα πιο σημαντικό) ούτε τη δύναμη της θέλησης να κάνουν τις θυσίες που η αγορά με τη σοφία της απαιτεί από αυτές: να αποδεχτούν κατώτερους μισθούς και χαμηλότερα επίπεδα ζωής, την παράδοση του ελεύθερου χρόνου, την απαίτηση μετακίνησής τους στο εσωτερικό της χώρας, εάν όχι σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Hayek επισημαίνει ότι ο λαός νομίζει πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την τροφή, τον ρουχισμό και τη στέγαση που τώρα απολαμβάνει και αντιμετωπίζει την περιστολή των μισθών και την εξάλειψη των κοινωνικών υπηρεσιών τις οποίες πιστεύει ότι δικαιούται ως απειλή προς την ίδια του την ύπαρξη. Συνεπώς, οργανώνεται και απαιτεί τη διατήρηση ή αποκατάσταση όλων αυτών που πρέπει να θυσιαστούν. Η κυβέρνηση που υπαναχωρεί σε αυτά τα αιτήματα, είτε από φόβο είτε από υποτιθέμενες ανθρωπιστικές παρορμήσεις, για να μη μιλήσουμε για μια κυβέρνηση που προσπαθεί να εκφράσει και να πραγματώσει τις προσδοκίες των μαζικών κινημάτων μισθωτών και φτωχών, απειλεί τη μοναδική ορθολογική οργάνωση της οικονομικής ζωής και, συνεπώς, την ίδια τη βάση κάθε κοινωνίας. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε τέτοιες κυβερνήσεις να αγνοούν τα ιερά δικαιώματα της ιδιοκτησίας και τον απαρασάλευτο νόμο της προσφοράς και ζήτησης, που αποκλειστικά καθορίζει τι είναι ένας «δίκαιος» μισθός και, κατά συνέπεια, την τροφή και τη στέγη που δικαιούται ένας λαός. Το στρατιωτικό πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Αλλιέντε και αντικατέστησε τη δημοκρατική διακυβέρνηση με μια δικτατορία, σύμφωνα με τον Hayek, ήταν παραδειγματικό για έναν κόσμο που το 1973 έμοιαζε να καθοδηγείται από τις μάζες, μεθυσμένες από την ίδια τους τη δύναμη: μόνο η αποφασιστικότητα του στρατηγού Πινοσέτ μπορούσε να εξασφαλίσει ότι η ιδιοκτησία για μια ακόμα φορά θα έβγαινε εκτός της σφαίρας πολιτικής διαβούλευσης και ότι τον νόμο της αγοράς θα τον εγγυόνταν οι ένοπλες φρουρές της φυσικής τάξης.
Σήμερα, νέοι φύλακες αυτής της τάξης (τουλάχιστον όπως οι ίδιοι διατείνονται ότι είναι – ο σπίλος της διαφθοράς έχει ρίξει βαριά σκιά στους πλέον μεγαλόσχημους από αυτούς, και η τάξη την οποία υπερασπίζονται αφορά πρώτα απ’ όλα την αποπληρωμή του χρέους) βλέπουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα μαζικής μέθης, που έχει ενθαρρύνει τον ελληνικό λαό να απορρίψει την επιπλέον απαλλοτρίωση και έχει τολμήσει να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του χρέους που έχει επιβληθεί στο έθνος. Η λαϊκότητα και η δημοφιλία του ΣΥΡΙΖΑ, το ρίζωμά του στις λαϊκές οργανώσεις, και το παράδειγμα που αποτελεί για όλες εκείνες τις χώρες που αντιμετωπίζουν αναλόγως συντριπτικά χρέη, τον καθιστούν επικίνδυνο, όσο επικίνδυνη ήταν η κυβέρνηση της Unidad Popular του Αλλιέντε στη Χιλή. Ο άμεσος στόχος της Τρόϊκας τώρα δεν είναι να εξασφαλίσει την αποπληρωμή του χρέους, αλλά να επιφέρει ένα αναίμακτο πραξικόπημα, τόσο για να εξαναγκάσει τον ΣΥΡΙΖΑ να υποχωρήσει, επιτρέποντας σε πιο πειθήνιες δυνάμεις να εξυπηρετήσουν το σύστημα του χρέους και της λιτότητας, όσο και για να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ελληνικό λαό που εξέλεξε μια αυθεντικά αριστερή κυβέρνηση. Η Τρόϊκα αρχικά έλπιζε να απαξιώσει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εξαναγκάζοντάς την να παραβιάσει τη δέσμευσή της προς τον ελληνικό λαό και να θέσει τέλος στη λιτότητα που έχει οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε ύφεση. Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε να επιβάλλει περισσότερες στερήσεις στους εργαζόμενους, τους ανέργους και τους συνταξιούχους, η Τρόϊκα εξήγγειλε ανοιχτά την πρόθεσή της να εκθέσει ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό σε σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη πόρων έτσι ώστε να αναγκάσει τον ΣΥΡΙΖΑ να παραδώσει την εξουσία σε μια κυβέρνηση αποδεκτή από την Τρόϊκα. Δεν προέβλεψαν, και είναι ανίκανοι εντέλει να καταλάβουν, την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να θέσει την πρόταση της Τρόϊκας ενώπιον του ελληνικού λαού, ώστε αυτός να αποφασίσει άμεσα για τον εαυτό του εάν δέχεται ή απορρίπτει τα μέτρα λιτότητας που παρουσιάστηκαν από τους δανειστές ως αδιαπραγμάτευτα. Η Τρόϊκα ισχυρίζεται ότι ο ελληνικός λαός είναι ανίκανος να συλλάβει την οικονομική περιπλοκότητα που προϋποτίθεται από τις συνθήκες κάθε «διάσωσης» και φοβάται ότι ο λαός θα τις απορρίψει απλώς και μόνο για αποφύγει περαιτέρω περιστολή του επιπέδου ζωής του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτοί και οι όμοιοί τους σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, υποχρεώθηκαν να ομολογήσουν ότι η δημοκρατική λήψη αποφάσεων, η ιδέα ότι ο λαός πρέπει να αποφασίσει συλλογικά εάν θα αποδεχτεί περισσότερη αποστέρηση και φτωχοποίηση για να λειτουργήσει ως αγωγός μέσω του οποίου θα ενισχυθούν οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, ή αντιθέτως θα σπάσει τον κύκλο του χρέους και της λιτότητας για να οικοδομήσει ένα νέο σύστημα, είναι ασύμβατη με τις επιταγές της αγοράς και της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Ζητώντας από τον λαό να αποφασίσει, αναγνωρίζοντας ότι μόνο αυτός έχει όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και την επάρκεια να πάρει μια τέτοια απόφαση, ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε την επιθυμία του ως κόμμα να μην αποφασίζει αυτός για τον λαό ή να κυβερνά μέσω διαταγμάτων, αλλά να απευθυνθεί στον λαό για να υποστηρίξει το «όχι» που απορρίπτει την περαιτέρω λεηλασία της Ελλάδας μέσω αποφάσεων μη-εκλεγμένων οργάνων, που τώρα ελάχιστα διαφέρουν από μια κοινοπραξία εισπρακτικών εταιρειών προς όφελος των πλέον ισχυρών δανειστών του κόσμου. Ο λαός ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε τις συνέπειες που θα έχει η απόρριψη των απαιτήσεων της Τρόϊκας και, εάν τις απορρίψει, θα το κάνει χωρίς καμία ψευδαίσθηση για τον ανθρωπισμό και την ηθική υπόσταση των Λαγκάρντ και Γιούνκερ αυτού του κόσμου.  Ξέρει ακόμα ότι το «όχι» θα τον απελευθερώσει από την υποδούλωση στο χρέος και θα ενθαρρύνει και άλλους λαούς να κάνουν το ίδιο. Το δημοψήφισμα δεν αφορά λοιπόν μόνο τα τελευταία μέτρα της Τρόϊκας για την περαιτέρω λεηλάτηση της Ελλάδας, ούτε και την παραμονή στην ΕΕ ή όχι. Αφορά, για άλλη μια φορά, το ερώτημα της δικτατορίας ή της δημοκρατίας, το κατά πόσο η θέληση του ελληνικού λαού θα εκμηδενιστεί από ένα πραξικόπημα, που δεν θα προέλθει από ένοπλες δυνάμεις αλλά από σχεδιασμένη αποστέρηση και οικονομική κατάρρευση. Ο ελληνικός λαός, και στην πραγματικότητα όλοι εμείς, έρχεται αντιμέτωπος με αυτό που στα ελληνικά λέγεται Καιρός, τη διάνοιξη, τη συγκυρία, την στιγμή της ευ-καιρίας, η οποία, εάν αξιοποιηθεί, μπορεί να τα αλλάξει όλα. Ο ελληνικός λαός χρειάζεται την αλληλεγγύη μας τώρα, τις αμέσως επόμενες ημέρες, και θα τη χρειαστεί και στο κοντινό μέλλον. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από όσα του οφείλουμε για το κουράγιο και την καθαρότητά του: στον αγώνα του θα γραφτεί το μέλλον αυτού του κόσμου.
                     
Warren Montag,  2 Ιουλίου 2015
                          July 5, 2015:  OXI


It has become clear that the stakes of the present conflict between the elected government of Greece and the so-called Troika (the ECB, the EU and the IMF) are finally not economic but political. As F. A. Hayek, just over forty years ago in reference to the violent overthrow of the democratically elected government of Salvador Allende in Chile had the honesty to say, the rational order of the market, an order possible only if it remains free of human interference, in no way implies or requires the democratic governance of society as a whole. On the contrary, democracy, as he observed it in the twentieth century, seemed increasingly to allow, if not actively encourage, challenges to market rationality. It was abundantly clear to him that the mass of people lack the knowledge, but more importantly the strength of will, to make the sacrifices that the market in its wisdom requires of them: the acceptance of lower wages and a lower standard of living, the surrender of free time, the demand to move across the country, if not the world. Hayek notes that the people imagine that they can’t live without the food, clothing and shelter they now enjoy and treat a reduction of wages and the elimination of social services to which they now believe themselves entitled as a threat to their very being. Accordingly, they organize and demand the preservation or restoration of what must be sacrificed. The government that gives in to these demands, whether out of fear or from so-called humanitarian impulses, let alone a government that attempts to express and embody the concerns of the mass movements of wage-earners and the poor, threatens the only rational organization of economic life and thus the very basis of any society. Such governments cannot be allowed to ignore the sacred rights of property and the immutable law of supply and demand that alone determines what a “just” wage is and therefore the food and shelter to which people are  entitled. The military coup that overthrew Allende and replaced democratic rule with a dictatorship, according to Hayek, offered a model to a world that in 1973 seemed driven by the masses intoxicated by their own power: only the firmness of General Pinochet could insure that property was once again placed outside the sphere of political deliberation and the rule of the market guaranteed by the armed guards of the natural order.
Today, new guardians of that order (at least this is how they set themselves up—the taint of corruption has cast a shadow over the most vocal of them and the order they defend is dedicated primarily to insure the repayment of debt) have identified Syriza as a party of mass intoxication that has encouraged the Greek people to reject further deprivation and has dared to question the legitimacy of the indebtedness imposed upon the nation. Syriza’s popularity, its rootedness in popular organizations, and the example it sets for all those countries faced with similarly crushing debt, makes it dangerous, as dangerous as the Unidad Popular government of Allende was in Chile. The immediate objective of the Troika is now not to secure repayment of the debt, but to  bring about a bloodless coup, both to force Syriza to step down, allowing more compliant forces to serve the system of debt and austerity, and to punish the Greek people in an exemplary way for electing a genuinely left-wing government. The Troika initially hoped to discredit the leadership of Syriza by compelling them to violate the pledge they had made to the Greek people to end the austerity that had driven the Greek economy into depression. Because Syriza has refused to impose further deprivation on workers, the unemployed and pensioners, the Troika has openly announced its intention to expose the entire Greek population to near total deprivation to force Syriza to step down and hand over power to a government acceptable to the Troika. They did not foresee and are unable finally to comprehend Syriza’s decision to put the Troika’s proposals before the Greek people to decide directly for themselves whether to accept or reject the austerity measures presented by the creditors as non-negotiable. The Troika claims that the Greek people are unable to grasp the financial complexities presupposed by the conditions of any bailout and fear that the people will reject them simply to avoid a further reduction in their standard of living. In this way, they, and their colleagues throughout the Eurozone, have been compelled to admit that democratic decision making, the idea that a people should collectively decide whether to accept further deprivation and impoverishment in order to act as a conduit through which German and French banks are propped up, or instead to break with the cycle of debt and austerity in order to build a new system, is incompatible with the imperatives of the market and capital accumulation. By asking the people to decide, by recognizing them alone as possessing not simply the right but the competence to make such a decision, Syriza has shown its desire as an organization not to make decisions for the people or to rule by decree, but to go to them to make the case for the “no” vote that rejects the further pillaging of Greece by the decision of unelected bodies who now act as little more than a consortium of collection agencies for the world’s most powerful creditors. The people know better than anyone the consequences of a rejection of the Troika’s demands and, if they reject them, will do so without any illusions concerning the humanitarianism and moral character of the Lagardes and Junckers of the world. They also know that a “no” vote will free them from debt servitude, and encourage others to do the same. The referendum is thus not simply about the Troika’s latest measures for the further despoliation of Greece, nor is it only a matter of whether to remain in the EU or not. It is once again the question of dictatorship or democracy, of whether the will of the Greek people will be nullified by a coup d’état brought about not by armed force but by engineered deprivation and economic collapse. They, and in fact we, are thus faced with what in Greek is called the Kairos, the opening, the occasion, the moment of opportunity which, if acted upon, could change everything. The Greek people need our solidarity now, in the next few days, and they will need it in the near future. It is no more than what we owe them for their courage and their clarity: in their struggle will be written the future of our world.


                      Warren Montag,  July 2, 2015



* Ελληνικά στο πρωτότυπο

Τι μπορούμε να κάνουμε* Συνέντευξη με τον Μιχάλη Μπαρτσίδη - Εποχή, 26 Απριλίου 2015


-Πως αποτιμάς τους τρεις πρώτους μήνες της κυβέρνησης; ποιο αποτύπωμα έχει αφήσει;
-Είναι δύσκολο και άχαρο έργο να προβαίνεις σε απολογισμούς σε τόσο σύντομο διάστημα για ένα πρωτότυπο ιστορικό συμβάν σαν αυτό που ζούμε και για την κυβέρνηση η οποία είναι αποτέλεσμά του. Μπορεί να είναι πολύ νωρίς ή πολύ αργά, ανάλογα πώς βλέπει κανείς τα πράγματα. Χωρίς ισοψηφισμούς ορθών κινήσεων και  λαθών αλλά με ενός είδους ενεργητική και εν κινήσει κριτική βλέπω το αποτύπωμά της θετικό: επιβραδύνει ορθά στην διαπραγμάτευση αλλά πρέπει να επιταχύνει με πρωτοβουλίες στα εσωτερικά θέματα. Παρά τη σχετική μείωση της υψηλότατης αποδοχής, τον περιορισμό των προσδοκιών στις απολύτως λελογισμένες και μια σχετική απώλεια ισχύος ως προς τα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας, διατηρεί την επαφή με τους πολίτες και τις μάζες καθώς και την
εμπιστοσύνη τους.

«Δεν θα ήθελα να παραμείνω στη φυλή των Ελληναρο-πούα»



Από
Φωτεινή Τσιμπιρίδου
Καθηγήτρια Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας



 Με αφορμή τις εσπευσμένες  αλλαγές, δυστυχώς όμως αρκετές από αυτές προς τα πίσω, του νέου νομοσχεδίου για την παιδεία, και την αποσιώπηση των μεγάλων και σημαντικών προβλημάτων του πολύπαθου αυτού τομέα, θα ήθελα να στείλω έκκληση προς τους σχεδιαστές του, τον Υπουργό και την περί αυτόν ομάδα προκειμένου να ξανασκεφθούν τα παρακάτω 5 σημεία.
Επειδή δεν είμαι ούτε Ζουλού, ούτε Παπούα (με απόλυτο σεβασμό στις φυλές αυτές) αλλά και δεν θα ήθελα να παραμείνω στη φυλή των Ελληναρο-πούα, μοιράζομαι δημοσίως τους παρακάτω προβληματισμούς, ελπίζοντας ότι θα φτάσουν σε ευήκοα ώτα.
Κύριε υπουργέ, επιτρέψτε μου να επισημάνω ότι:

1. Δεν ζούμε στην δεκαετία του 1980 και δεν μπορεί να αναμένουμε την ‘αλλαγή’ με τις τεχνολογίες της μεταπολίτευσης. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε να επανεισάγουμε την κομματοκρατία και τη συναλλαγή στα πανεπιστήμια. Εάν ένα καλό είχε ο νόμος Διαμαντοπούλου ήταν ότι η κομματοκρατία περιορίστηκε και η συναλλαγή σταμάτησε. Με αφορμή αυτό το όνομα και προς αποφυγή παρεξηγήσεων να επισημάνω ότι  δεν είμαι Ποτάμι, που επί του συγκεκριμένου θέματος άρχισε ήδη να φουσκώνει…! Με τις νέες όμως προτάσεις ο εφιάλτης επιστρέφει, αυτή τη φορά στην πιο συντηρητική (ΔΑΠ-Χρυσή Αυγή) ή εξτρεμιστική του εκδοχή (καταληψίες/μπαχαλάκηδες). Πάρτε πίσω τις τερατώδεις ποσοστώσεις των 70 και 25 τοις εκατό επί των εκλογών και τη συμμετοχή στα όργανα του Πανεπιστημίου ΤΩΡΑ, διαφορετικά η ζωή των πανεπιστημιακών θα κινείται μόνο γύρω από τις επιθυμίες των κομμάτων και των ακροδεξιών ή το χάος των μπαχαλάκηδων. Προσέξτε, ο κόσμος όλος δεν κινείται στο τετράγωνο του Παντείου Πανεπιστημίου!

Πρώτη ή τελευταία πράξη για μια κυβέρνηση της Αριστεράς;

της Φωτεινής Τσιμπιρίδου

Το κείμενο αυτό έρχεται ως γραπτό αποτέλεσμα συζητήσεων και διαδράσεων με
συνοδοιπόρους μου του Κοινωνικού Εργαστηρίου Θεσσαλονίκης, αλλά και
προσωπικούς αναστοχασμούς, προσδοκίες, αμφιβολίες και αμφιθυμίες γύρω από το τι
θα περιμέναμε από μια κυβέρνηση με αριστερό πρόσημο στην παρούσα, πολύ
δύσκολη για τη χώρα μας, συγκυρία.
Κατανοώ πλήρως την απίστευτη πίεση και ασφυξία που υφίσταται η κυβέρνηση
ΣΥΡΙΖΑ από τους λεγόμενους εταίρους. Η μόνη βέβαιη παραδοχή είναι ότι οι εταίροι
θέλουν πάση θυσία να αποτύχει το πείραμα ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση να υποστεί την
ταπείνωση για το ‘θράσος’ της να προτείνει εφικτές λύσεις που να είναι εναντίον του
προγράμματος λιτότητας αλλά και κατάλληλες για έξοδο από την κρίση.
Στηρίζω, όπως και το 80% των ελλήνων τον τρόπο της διαπραγμάτευσης που για
πρώτη φορά μοιάζει να είναι ειλικρινής, και βοηθά στην ανάκτηση εθνικής και
προσωπικής αξιοπρέπειας.
Δεν ξέρω όμως αν θα αντέξουμε την πίεση ή αν θα γίνει κάποιο λάθος και βρεθούμε
σε θέση χρεοκοπίας. Δεν φοβούμαι τόσο για τις συνθήκες της ‘λίθινης εποχής’ που θα
φέρει, όσο για το εμπάργκο και την ασφυξία που θα ακολουθήσουν την επομένη της
αποτυχίας του πειράματος με την επιστροφή στη δραχμή. Φοβάμαι για τότε που θα
εδραιωθεί πια η νέα περίοδος νεοαποικιοκρατίας μέσα από τις πολιτικές
ανασυγκρότησης και σωτηρίας της χώρας, τότε που η υποκριτική διεθνής κοινότητα
θα παρέμβει για να διαχειριστεί την «ανθρωπιστική» καταστροφή.
Ελπίζω να μην οδηγηθούμε σε όλα αυτά και απεύχομαι να συμβούν ακόμη και αν η
κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με απογοητεύσει με τους μικρούς ή μεγάλους συμβιβασμούς που
θα αναγκαστεί να κάνει.
Περιμένω όμως υπομονετικά αυτό το τετράμηνο να δω δείγματα γραφής ενός
νέου πολιτικού ήθους που θα δίνει τον παλμό για την ανασυγκρότηση της ελληνικής
κοινωνίας και την αν-οικοδόμηση της πολιτειότητας: στην αμφίδρομη σχέση με το
κράτος και στην αλληλοδέσμευση των πολιτών γύρω από τα δικαιώματα και τις
υποχρεώσεις τους, τόσο από και απέναντι στο κράτος, όσο και μεταξύ τους.
Προσδοκώ άμεσα τη χάραξη σχεδιασμών και τη λήψη σχετικά ανώδυνων
οικονομικά μέτρων όχι μόνο για τα ακραία προβλήματα της ανθρωπιστικής κρίσης,
αλλά και για τις ξεκάθαρες αρχές που θα διατρέχουν το έργο της κυβέρνησης πάνω
στους τομείς πυλώνες της Παιδείας, της Υγείας, της Εργασίας και του Πολιτισμού.
Στις άμεσες προσδοκίες θα ήθελα να έχω ξεκάθαρη εικόνα από τον κυβερνητικό
ΣΥΡΙΖΑ για θέματα όπως τα παρακάτω τα οποία αναφέρω ενδεικτικά με τη μορφή
απορητικών ερωτημάτων:

ΑΣ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΣΕ ΟΛΙΣΘΗΡΟ ΕΔΑΦΟΣ!




του Αλέξανδρου Ηλία
Το κείμενο που ακολουθεί αναφέρεται στην κριτική, την οποία άσκησαν στην ελληνική κυβέρνηση οι Γιάννης Μηλιός, Σπύρος Λαπατσιώρας και Δημήτρης Σωτηρόπουλος για τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου. Η εν λόγω κριτική έχει δημοσιευθεί εδώ
Διάβασα το κείμενο των Μηλιού, Λαπατσιώρα και Σωτηρόπουλου και θα ήθελα να σας μεταφέρω κάποιες σκέψεις.
Ασφαλώς το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και επ’ ουδενί μπορούμε να προσπεράσουμε την κριτική που ασκεί. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι περισσότερο θα κρατήσω τη γενική επιφυλακτικότητά του, παρά την εκτίμηση για τη διαπραγμάτευση αυτή καθ’ εαυτήν. Νομίζω ότι μια σειρά από σωστές παρατηρήσεις και οξυδερκείς αναλύσεις εγγράφονται σε λάθος προοπτική και με τον τρόπο αυτό

Το μίσος για τις Πλατείες




                                                       
των Άκη Γαβριηλίδη και Μιχάλη Μπαρτσίδη


Σε αυτή την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, (η οποία τυπικά άρχισε τις προάλλες αλλά ουσιαστικά διαρκεί δύο τουλάχιστον χρόνια), ένα φάντασμα πλανιέται πάνω –ή ίσως, ορθότερα, κάτω- από τον πολιτικό λόγο στην Ελλάδα: το φάντασμα των πλατειών.

Νεοφιλελεύθεροι και κομμουνιστές, εκσυγχρονιστές και αναρχικοί, ακροκεντρώοι, πολιτειολόγοι, φιλόσοφοι, δημοσιογράφοι, πεζογράφοι και τεχνοκριτικοί, όλοι ομοθυμαδόν ή χωριστά ο καθένας συναγωνίζονται ποιος θα πρωτοκαταδικάσει με τον πιο έντονο τρόπο το «κίνημα των Αγανακτισμένων» όπως είχε αποκληθεί τότε.
Η επιμονή και η επαναληπτικότητα αυτής της καταδίκης είναι αξιοπερίεργη. Οι καταλήψεις των πλατειών έχουν τερματιστεί εδώ και καιρό, στο δε μεταξύ διάστημα δεν έχει υπάρξει ούτε ένα πολιτικό υποκείμενο το οποίο να επικαλείται την κληρονομιά τους και να μιλά εξ ονόματός της, όπως π.χ. έγινε στην Ισπανία, ή έστω απλώς να μιλά γι’ αυτήν με θετικό τρόπο[1]. Ποιον κίνδυνο ξορκίζουν λοιπόν όλοι αυτοί; Εναντίον ποίου βάλλουν;
Τα ίδια τα κατηγορητήρια αναφέρουν ότι οι Αγανακτισμένοι δεν είχαν προτάσεις, ο λόγος τους ήταν ασυνάρτητος, χαμηλού διανοητικού ή/ και αισθητικού επιπέδου, χρησίμευε κυρίως για συναισθηματική εκτόνωση, και φυσικά, πάνω απ’ όλα, ότι αποτελούσε έκφραση του «εθνολαϊκισμού» και των «παθογενειών της ελληνικής κοινωνίας».
Αν όμως θέλαμε να κάνουμε ένα εγελιανό καλαμπούρι, θα λέγαμε ότι, και εδώ, η μόνη ελληνική ιδιαιτερότητα είναι η ίδια η υπόθεση ότι υφίσταται κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα. Ενώ διεθνώς αναπτύσσεται η βιβλιογραφία για την ανανοηματοδότηση της δημοκρατίας από τα κινήματα του 2011, στην Ελλάδα αυτόκλητοι «ευρωπαϊστές» θεωρητικοί επιμένουν στην «καθυστέρηση» του ελληνικού «Volksgeist»[2].
Η παραπάνω απαρίθμηση δείχνει ήδη ποια είναι η κοινή βάση που γεννά την αλλεργία και τη μνησικακία για τις πλατείες, και τη διαρκή ανάγκη να ξεθάβεται κάθε τόσο το πτώμα για να τουφεκίζεται και πάλι: είναι ο μοντερνισμός. Και, ειδικότερα, ο αβανγκαρντισμός: η αντίληψη της πολιτικής ως σκόπιμης/ ορθολογικής/ αποτελεσματικής δραστηριότητας και ως προνομίου μιας επίλεκτης ομάδας, κατά προτίμηση επαγγελματικής, η οποία πάντως ξέρει και μπορεί να εξασφαλίσει τη σταθερότητα –σε αντιδιαστολή με τον όχλο ο οποίος είναι άστατος, «δεν έχει κανένα μέτρο» και γι’ αυτό «τρομοκρατεί όταν δεν είναι ο ίδιος φοβισμένος», «είτε υπηρετεί με δουλοπρέπεια, είτε κυριαρχεί με υπεροψία» και «δεν υπάρχει σε αυτόν καμία αλήθεια και καμία κρίση»[3].

Το μίσος για τις πλατείες λοιπόν είναι μία υποπερίπτωση του φόβου των μαζών[4], ή του γενικότερου μίσους για τη δημοκρατία[5].
Φυσικά, οι μοντερνιστές θα αντιτείνουν: «μα ποια δημοκρατία; Αφού αυτοί που μετείχαν στις πλατείες ήταν δεξιοί, αφασικοί, ανοργάνωτοι». 
Και, για να μην μένουμε σε υποθέσεις, ας παραθέσουμε με τα ίδια της τα λόγια, αντί πολλών άλλων δυνατών παραδειγμάτων, μία από τις πιο καθαρές εκφράσεις αυτής της αριστοκρατικής απόρριψης προς τον όχλο:

Σε πολλούς από τους πολίτες αυτής της χώρας που επιμένουν να σκέπτονται, το αποτέλεσμα των εκλογών [του Μαΐου 2012] έγινε δεκτό με αντικρουόμενα συναισθήματα. Την ικανοποίηση για την κατάρρευση των βασικών πολιτικών υπαιτίων της οικτρής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα αντιστάθμισε η θλίψη για το ποιόν των νικητών. Για όσους δεν το κατάλαβαν: νικητές των εκλογών ήταν η Πλατεία Συντάγματος και οι «Αγανακτισμένοι». Η Πλατεία μορφοποίησε πολιτικά τον κυρίαρχο τηλεοπτικό λόγο των τελευταίων ετών («κατοχή», «δωσίλογοι», «τοκογλύφοι» - βλ. και το εξαίρετο κείμενο Τσακυράκη στα «ΝΕΑ», 12/5). Και στις πρόσφατες εκλογές, οφέλη είχαν όσοι ιστιοδρόμησαν πάνω σε αυτό το παλιρροϊκό κύμα: ο αριστερός εθνικός λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ, ο δεξιός ψυχωτικός λαϊκισμός του Καμμένου και, βέβαια, η πιο ακραία αντισυστημική (και κατά τούτο η πιο «συνεπής»!) εκδοχή της αγανάκτησης: η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή[6].

Το πρόβλημα με αυτή την αυτοπροβαλλόμενη ως «ορθολογική» ιεράρχηση του χυδαίου και συναισθηματικού όχλου στις χαμηλότερες κατηγορίες του πολιτικού δεν είναι μόνο ο ελιτισμός της. Είναι ότι δεν έχει τίποτε το ορθολογικό, και ότι αντιθέτως υποκύπτει η ίδια στην κρυφή γοητεία αυτού που δηλώνει δημοσίως ότι της προκαλεί θλίψη: του λαϊκισμού. Η παραπάνω παράγραφος διενεργεί τις εξής δύο βασικές λειτουργίες: α) έναν αναγωγιστικό διχασμό της κοινωνικής και πολιτικής πολλαπλότητας σε μία δυιστική αντιπαράθεση, αλλά και β) την επιδίωξη της επίζηλης θέσης τού underdog, αυτού που αδίκως αγνοείται και αποκλείεται. Πράγμα που γίνεται φανερό στον σχεδόν προκλητικό ισχυρισμό ότι «Η Πλατεία μορφοποίησε πολιτικά τον κυρίαρχο [sic] τηλεοπτικό λόγο των τελευταίων ετών» (!!!). Tη στιγμή που όλοι βλέπουμε ότι τα τελευταία έτη (αλλά και τα πρώτα, και όλα γενικώς τα έτη), ο κυρίαρχος –αν όχι ο μόνος- τηλεοπτικός λόγος δεν είναι φυσικά ο λόγος των Πλατειών, αλλά ο λόγος της αντιπολίτευσης στις Πλατείες[7].
Ο ισχυρισμός ότι «οι Πλατείες οδήγησαν στη Χρυσή Αυγή» γνωρίζει γενικότερη διάδοση. Σε αυτόν συναντώνται ο Δημήτρης Κουτσούμπας και η Άννα Φραγκουδάκη[8], η Αφροδίτη Αλ Σάλεχ και ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ως αναρχικοί/ αντιεξουσιαστές.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι τελείως ατεκμηρίωτος. Καθόσον γνωρίζουμε, δεν στηρίζεται σε καμία δημοσιευμένη ποσοτική ή ποιοτική ανάλυση. Φυσικά δεν συνιστά τέτοια ανάλυση η εμπειρική διαπίστωση «μα εμείς τους είδαμε, ξέρουμε ποιοι είναι», «κρατούσαν ελληνικές σημαίες», «ακούσαμε αυτά που λέγανε στις συνελεύσεις και ήταν ένας απολίτικος χυλός βασισμένος στον εθνικισμό, το θέαμα, τη νοσταλγία του παθητικού καταναλωτή» κ.λπ.
Όσοι προβάλλουν αυτές τις ενστάσεις και νομίζουν ότι έτσι κλείνουν το ζήτημα χωρίς υπόλοιπα, κάνουν ένα βασικό λάθος: διαβάζουν την πολιτική αποκλειστικά ως ρηματικότητα, ως απόλυτη κυριολεξία, και καθόλου ως επιτελεστικότητα (ακόμη και όταν επικαλούνται την ιδιότητα των queer περφόρμερς). Όταν ακούν μία πρόταση να εκφωνείται στην Πλατεία, της αποδίδουν το ίδιο καθεστώς και την αντιμετωπίζουν με τους ίδιους ακριβώς όρους με τους οποίους θα αντιμετώπιζαν την ίδια φράση μέσα σε μια προκήρυξη, ένα άρθρο σε εφημερίδα, ένα λόγο στη Βουλή ή μια ανάλυση πολιτικής/ οικονομικής θεωρίας. Εκκινούν δηλαδή από το δεδομένο ότι, για να καταλάβουμε την πολιτική σημασία ενός κινήματος, πρέπει –και αρκεί- να διαβάσουμε τον συντεταγμένο λόγο του και να αξιολογήσουμε αν αυτός προβάλλει και εμπνέεται από ένα πρόταγμα, έστω το σοσιαλισμό, τον αντικαπιταλισμό, τον αντικρατισμό, την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας μας κ.ο.κ. Και επίσης από το αξίωμα ότι κάθε λόγος στην πολιτική –και κάθε λόγος περί πολιτικής, πράγμα το οποίο γι’ αυτούς δεν έχει καμία διαφορά/ διαφωρά με το προηγούμενο- έχει ένα μόνο και σταθερό επίπεδο νοήματος· δεν υφίσταται ούτε προκαλεί κανένα μετασχηματισμό. Έτσι, ακούνε κάποιον να χρησιμοποιεί ένα υπάρχον πολιτικό λεξιλόγιο –έστω εν προκειμένω το πατριωτικό- και αυτομάτως θεωρούν ότι η νέα αυτή χρήση είναι απολύτως ταυτόσημη με κάθε προηγούμενη· ούτε στιγμή δεν τους περνά απ’ το μυαλό να αναρωτηθούν όχι τόσο τι λένε οι άνθρωποι, αλλά τι κάνουν όταν το λένε αυτό.

Πού μπορεί να οφείλεται αυτή η παραγνώριση της επικοινωνιακής, πολιτικής, καλλιτεχνικής διάστασης, της διαθετικής (affective) αλληλεπίδρασης των συμμετεχόντων που οδηγούσε προς μια «σκέψη των μαζών», προς μια «συλλογική ορθολογικότητα» ανάκτησης αξιών όπως η αξιοπρέπεια και υπεράσπισης μιας διατομικής-κοινής «ευθύνης» έναντι των ανεύθυνων μέχρι τούδε πολιτικών εκπροσώπων τους οποίους καλούσαν να «φύγουν»[9]; Εδώ θεωρούμε ότι επιχειρείται μια πολιτισμική διάκριση απόρριψης (κατά Μπουρντιέ) μεγαλύτερου εύρους από εκείνη της δεκαετίας του 80[10]: ο μοντερνισμός του ιδεολόγου-με-πρόταγμα έναντι των επιφανειακών μαζών που θέλουν μόνο να ανακτήσουν υλικά αγαθά τα οποία απώλεσαν στην κρίση, κινούμενες από ιδιοτελές συμφέρον και όχι από καθολικές αξίες.
Η εμμονοληπτική αυτή τελετουργία καταδίκης των Πλατειών φτάνει ακμαία έως τις μέρες μας, θέτοντας το ερώτημα «πού πήγαν οι Αγανακτισμένοι;», «γιατί δεν κινητοποιούνται πλέον;», συνοδευόμενο από μία ειρωνική «θεωρία του καναπέ».

Εξίσου ενδιαφέρον όμως με το ερώτημα «τι έμεινε από τις Πλατείες» θα ήταν να εξετάσουμε τι κληρονομιά άφησε η αντίδραση στις Πλατείες.
Το κίνημα των «Αγανακτισμένων» κατηγορήθηκε για «απολίτικο». Περισσότερο άξιος αυτού του χαρακτηρισμού όμως μας φαίνεται ο λόγος των επικριτών του, στο μέτρο που ως πολιτικό ορίζουμε –μαζί με τον Ρανσιέρ- τη λειτουργία που κατατείνει στο να διαταράξει παγιωμένες θέσεις και ρόλους και να φέρει στην επιφάνεια το μέρος εκείνων που δεν είχαν κανένα μέρος. Σε αντιδιαστολή με την αστυνομική λειτουργία, η οποία εδραιώνει και αναπαράγει τους καθιερωμένους ρόλους και εχθρεύεται την ανάδυση του απρόσκλητου.
Σε ένα άρθρο του με τίτλο «Η άνοδος και η εξαφάνιση των Αγανακτισμένων» (Καθημερινή 25.11.2012), ο Πάσχος Μανδραβέλης, μολονότι σε κάποια σημεία δεν παραλείπει να εκφράσει την αντιπάθεια και το σαρκασμό του για τους εξαφανισθέντες, αναγνωρίζει πάντως ότι «Το ‘καλοκαίρι των Αγανακτισμένων’ ήταν η πρώτη μεταπολιτική λαϊκή εκδήλωση που δεν μπαίνει στα κλασικά αναλυτικά εργαλεία». Στη συνέχεια του άρθρου, βέβαια, ο ίδιος προσφεύγει στα πιο κλασικά τέτοια εργαλεία: τη στατιστική και τις δημοσκοπήσεις. Επικαλείται «αστυνομικές» κατατάξεις των συγκεντρωμένων σε ιδεολογικές, κομματικές ή ηλικιακές κατηγορίες με βάση διαπιστώσεις «μελετητών»:

μελετητές της ακροδεξιάς βίας στον Άγιο Παντελεήμονα και των σχεδόν καθημερινών συγκρούσεων με τους αριστεριστές διαπίστωσαν, τον Μάιο του 2011, ότι ξαφνικά η περιοχή είχε αδειάσει και από τους ακροδεξιούς και από τους ακροαριστερούς. Όλοι είχαν μετακινηθεί στο Σύνταγμα.

Πουθενά όμως δεν τίθεται το ερώτημα αν, εκτός από αυτή τη γεωγραφική μετακίνηση, υπήρξε καμία άλλη. Οι «ακροδεξιοί», οι «ακροαριστεροί», οι «οπαδοί του ΠΑΣΟΚ» ή «της ΝΔ» εκλαμβάνονται ουσιοκρατικά ως κατηγορίες πάντοτε ίδιες με τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι αυτοί προηγουμένως ήταν στον Άγιο Παντελεήμονα, μετά πήγαν στο Σύνταγμα, μετά έφυγαν από εκεί, αλλά παρέμειναν οι ίδιοι πριν και μετά. Ο αρθρογράφος παραδέχεται ότι «Υπήρξε ώσμωση», αλλά τη διαπίστωση δεν την κάνει τίποτε στη συνέχεια –πέρα από το να την ρίξει στο γνωστό μύλο της «συνάντησης των δύο άκρων» (η οποία ουσιαστικά ακυρώνει την ώσμωση διότι, για τη δεξιά σκέψη ήδη από την εποχή της θεωρίας περί «αριστεροχουντισμού» της δεκαετίας του 70, τα «άκρα» ούτως ή άλλως συγγένευαν).
Ο Μανδραβέλης καταλήγει:
«Γενικώς, πάντως, η ιστορία των Αγανακτισμένων πρέπει κάποια στιγμή να μελετηθεί».
Πολύ σωστά. Αλλά αυτό το «πρέπει» εξακολουθεί να μένει ξεκρέμαστο δύο και πλέον χρόνια.
Αν η ιστορία αυτή «πρέπει να μελετηθεί», σε ποιον άραγε αναλογεί το καθήκον αυτής της μελέτης;
Σίγουρα σε κάποιους/-ες που να μην κινούνται από περιφρόνηση και αποστροφή προς τους Αγανακτισμένους, αλλά να μπορούν να αντέξουν τον πανικό και την αμηχανία από την –όντως υπαρκτή- αντιφατικότητα και το στροβιλισμό της μετακίνησης του πλήθους. Υπάρχουν άραγε τέτοιοι;



[1] Ως μόνη τέτοια αναφορά, και αυτή όμως αδήλωτη και αρκετά απόμακρη, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τη χρήση του όρου «αξιοπρέπεια» στο λόγο του ΣΥΡΙΖΑ.
[2] Βλ. π.χ. Παναγιώτης Θανασάς, «Ευρωπαϊκή Ελλάδα;», Τα Νέα, 17 Μαΐου 2012 –στη στήλη «Τρίτη άποψη».
[3] Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, κεφ. 7 παρ. 27.
[4] Βλ. Étienne Balibar, «Spinoza, l' anti-Orwell - la crainte des masses», in: Les Temps Modernes 470, Σεπτέμβριος 1985. Στα ελληνικά: Ο φόβος των μαζών Σπινόζα, Μαρξ, Φουκώ, Πλέθρον, Αθήνα 2010.
[5] Βλ. Ζακ Ρανσιέρ, Το μίσος για τη δημοκρατία, Πεδίο, Αθήνα 2009.
[6] Παναγιώτης Θανασάς, «Ευρωπαϊκή Ελλάδα;», Τα Νέα, 17 Μαΐου 2012 –στη στήλη «Τρίτη άποψη». Η άποψη αυτή διαθέτει διαγνωστική ευστοχία κατά το ότι αναγνωρίζει ευθέως την επίδραση του συμβάντος των Πλατειών στην πολιτική σκηνή. Δεν είναι όμως μια «Τρίτη» αλλά η μία εκ των δυο, η «ενάντια» ακριβώς τοποθέτηση.
[7] Αυτό που επίσης είναι αξιοπρόσεκτο, και που υπονομεύει την εγκυρότητα του συμπεράσματος, είναι η χρήση του όρου «μορφοποίησε πολιτικά». Σε πείσμα του «φαντασιακού εγκλωβισμού» και της «πνευματικής καθυστέρησης» που του αποδίδεται στο ίδιο άρθρο, το «Volksgeist/ πνεύμα του λαού» αναπαρίσταται ως υποκείμενο όχι μόνο ενιαίο, αλλά και ικανό να ενοποιεί τον λόγο άλλων υποκειμένων.
[8] Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, ιδίως ενότητα Γ8.
[9] Η βιβλιογραφία εμπλουτίστηκε έκτοτε,  ενδεικτικά όμως βλ. για το ζήτημα αυτό: Μιχάλη Μπαρτσίδη και Φωτεινής Τσιμπιρίδου, «Οι περιπέτειες της ‘αξιοπρέπειας’ ως πολιτειακής αρετής. Από τα παγκόσμια κινήματα στους ‘Αγανακτισμένους’», και εκτενέστερα, των ίδιων, «Για την επιστροφή της ‘πολιτικής ηθικής’. Παγκοσμιοτοπικά κινήματα ‘αξιοπρέπειας’».
[10] Άφθονο υλικό για τη σύγκριση στο Λεξικό της Δεκαετίας του 80, καθώς και την τουλάχιστον απορητική Εισαγωγή στην επανέκδοσή του στην οποία επιχειρείται να επανεγγραφεί στις σημερινές ανάγκες «κριτικής του λαϊκισμού» το βασικό ερμηνευτικό σχήμα περί «μαζικής-ατομικιστικής» κοινωνίας η οποία ευνοεί τον εθνολαϊκισμό. Βλ. Κυριάκος Αθανασιάδης, «Κύριε Παναγιωτόπουλε, μήπως ζούμε ακόμη στη δεκαετία του 80;» και «"Η Ελλάδα στη δεκαετία του '80", Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό, στο Γκάζι».

Μια συντομότερη μορφή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Unfollow, τ. 37.